Του συνεργάτη μας ΦΩΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ - Η σκηνοθέτις Μαρία Ηλιού μιλάει για το ντοκυμαντέρ και τη φωτογραφική έκθεση, που παρουσιάζει, με ανέκδοτο
υλικό στην Αθήνα για τα κοσμοπολίτικα χρόνια της ιστορικής πόλης, τα οποία χάθηκαν μαζί με τις φλόγες της Καταστροφής
Η σκηνοθέτις και επιμελήτρια Μαρία Ηλιού και ο ιστορικός Αλέξανδρος Κιτροέφ, που είχαν παρουσιάσει το 2007, στο Μουσείο Μπενάκη, «Το Ταξίδι. Το Ελληνικό Όνειρο στην Αμερική» –επιλογή του American Film Institute στην Washington DC, ανάμεσα στις 20 καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες του 2008 (The European Showcase) και βραβείο καλύτερου ιστορικού ντοκυμαντέρ στο Φεστιβάλ του Houston– μετά από τέσσερα χρόνια συνεργασίας και έρευνας σε Ευρώπη και Αμερική, φέρνουν πίσω στο ελληνικό κοινό, εικόνες ξεχασμένες σε «κλειστά» αρχεία, αλλά και μια νέα οπτική που συμπεριλαμβάνει όλες τις κοινότητες στη ζωή της Σμύρνης, καθώς και τα δραματικά γεγονότα του 1922.
Με τίτλο «ΣΜΥΡΝΗ: Η καταστροφή του κοσμοπολιτισμού (1900-1922)», το ντοκυμαντέρ και η ομώνυμη φωτογραφική έκθεση, αναβιώνουν στο Μουσείο Μπενάκη των Αθηνών από 24/1 έως 26/2, με τον πιο ελκυστικό τρόπο, όλες τις κοινότητες στη ζωή της Σμύρνης, του λιμανιού όπου η Δύση και η Ανατολή διασταυρώνονταν με κάθε τρόπο.
Το ιστορικό ντοκυμαντέρ και η έκθεση είναι μεγάλης σημασίας, όχι μόνο γιατί το ελληνικό κοινό βλέπει άγνωστες εικόνες από τη Σμύρνη, αλλά και γιατί συγχρόνως οι δύο συνεργάτες, φέρνουν μια νέα ματιά στον τρόπο με τον οποίο διηγούνται την ιστορία. Μια ματιά που κρατά αποστάσεις, τόσο από μία υπέρμετρα εθνικιστική αφήγηση, όσο και από νεώτερες απόπειρες, που αποσιωπούν τα τραγικά γεγονότα της Καταστροφής, παραμορφώνοντας κάθε αλήθεια. Ενενήντα χρόνια μετά την Καταστροφή, οι δύο συνεργάτες θέλουν να τιμήσουν τον κόσμο που χάθηκε το 1922, αλλά και συγχρόνως την επιστήμη της Ιστορίας.
Ιστορικοί από την Αμερική και την Ευρώπη, μιλούν για τη μεγάλη Ιστορία, ενώ Σμυρνιοί πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς, αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Μάλιστα, τρεις από αυτούς, ξετυλίγουν οικογενειακές μικροϊστορίες σε σχέση με τα γεγονότα, από την Ελληνική, την Αρμενική και την Τουρκική πλευρά, από τα χρόνια του κοσμοπολιτισμού ως τα χρόνια της Καταστροφής.
Το ντοκυμαντέρ και η ομώνυμη φωτογραφική έκθεση τεκμηριώνονται με σπάνιο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό, που σταχυολογήθηκε από αρχεία της Αμερικής και της Ευρώπης. Για πρώτη φορά δημοσιεύονται άγνωστες εικόνες της Σμύρνης, από ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Pierre De Gigord, και από τα αρχεία της Library of Congress, του Πανεπιστημίου του Princeton και του Harvard, του Near East Relief, του Imperial War Museum, της Pathe, του Albert Kahn Foundation και άλλων ιδρυμάτων της Ελλάδος και του εξωτερικού.
Για την ηχητική επένδυση της ταινίας, η μοντέρ Αλίκη Παναγή χρησιμοποίη-σε ήχους εποχής, προκειμένου να ζωντανέψουν τα γεγονότα, ενώ ο μουσικός Νίκος Πλατύραχος βασίστηκε σε τραγούδια από τη Σμύρνη και επιτυχίες της εποχής, για να συνθέσει την πρωτότυπη μουσική του.
Το ντοκυμαντέρ και η φωτογραφική έκθεση βασίζονται στην ιδέα ότι η Σμύρνη, παρόλο που καταστράφηκε με τραγικό τρόπο, κατά κάποιο τρόπο εξακολουθεί να υπάρχει. Εξακολουθεί να είναι μια ιδέα, ένας τρόπος ζωής, που έχει να κάνει με τον κοσμοπολιτισμό, τη Σμύρνη της χαράς της ζωής, αλλά και των θρήνων. Τη Σμύρνη μπορεί να την έχει κανείς πάντα μαζί του.
«Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, η Σμύρνη με στοίχειωνε», λέει η σκηνοθέτις Μαρία Ηλιού. «Ήταν εκεί, στις κουβέντες μας, στα όνειρά μας και στους εφιάλτες μας. Η αποδοχή του διαφορετικού, οι καινούργιες ιδέες, η μουσική, τα γέλια, αλλά και η νοσταλγία για τον μαγικό τρόπο που περιέγραφε ο πατέρας μου, υπήρχαν με κάθε τρόπο στην καθημερινότητά μας. Καμιά άλλη πόλη στη Γη δεν ήταν τόσο μοναδική»…
«Γεννήθηκα στη Σμύρνη πριν από 90 χρόνια. Δεν ήμουν εγώ, ήταν ο πατέρας μου ο Ανδρέας που μεγάλωσε στο Κορδελιό. Στους εφιάλτες μου η Σμύρνη καιγόταν και η θάλασσα γέμιζε πτώματα, γινόταν κατακόκκινη, και εγώ προσπαθούσα να σωθώ στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι μου», λέει η Μαρία Ηλιού.
«Οταν έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό έμεινα έκπληκτη ανακαλύπτοντας ότι η δική μας Σμύρνη του κοσμοπολιτισμού και της χαράς της ζωής, αλλά και η Σμύρνη της καταστροφής ήταν άγνωστη στο κοινό στην Ευρώπη και στην Αμερική. Η ιδέα να κάνω μια ταινία για τη Σμύρνη άρχισε να γίνεται εμμονή, αλλά περίμενα για χρόνια τη σωστή στιγμή».
Η στιγμή ήρθε όταν το 2004 ξεκίνησε την έρευνά της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατάφερε να μπει σε απρόσιτα μέχρι τότε αρχεία –όπως της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου και των Πανεπιστημίων Harvard και Princeton. Γνώρισε ανθρώπους που την έφεραν σε επαφή με συλλέκτες ή απογόνους Σμυρνιών με σπάνιο υλικό.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Ακριβώς 90 χρόνια μετά την Καταστροφή, τόσο το ντοκυμαντέρ, όσο και η έκθεση, αναφέρονται στη Σμύρνη που χάθηκε, αλλά και στα δραματικά γεγονότα του 1922. «Είναι απίστευτο τι βρίσκει κανείς, αν ψάξει με επιμονή», λέει η σκηνοθέτις. «Στην αρχή όλοι μας έλεγαν “Δεν έχουμε τίποτε σχετικό”. Χρειάστηκε υπομονή και βέβαια η αμέριστη στήριξη των χορηγών μας, για να φτάσουμε στο αποτέλεσμα αυτό».
Οι πόρτες εξάλλου άνοιγαν ευκολότερα μετά το 2007, όταν το εμβόλιμο ντοκιμαντέρ με το οποίο ασχολήθηκε, «Το ταξίδι, το ελληνικό όνειρο στην Αμερική», διακρίθηκε με το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ του Χιούστον και κατατάχθηκε στις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες για το 2008 από το Ινστιτούτο του Αμερικανικού Κινηματογράφου.
«Στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου γνώρισα κάποιον που με συνέστησε στον Ρόμπερτ Νταβίντιαν. Ο παππούς του –Αρμένης που ζούσε στη Σμύρνη– είχε στο σεντούκι του κλεισμένο ένα φιλμάκι μισής ώρας με σκηνές τόσο από την καθημερινή ζωή όσο και από την καταστροφή, αλλά δεν το έλεγε σε κανέναν διότι φοβόταν μήπως... τον σφάξουν οι Τούρκοι! Λίγο προτού πεθάνει εκμυστηρεύτηκε στον εγγονό του πού βρισκόταν το υλικό. Ο Ρόμπερτ ταξίδεψε από το Λος Αντζελες στην Ουάσιγκτον για να μας φέρει το φιλμ, να το συντηρήσουμε και να το αξιοποιήσουμε», εξηγεί η Μαρία Ηλιού, η οποία μέσα από το ντοκιμαντέρ της (σε συνεργασία με την εταιρεία Πρωτέας και το Ιδρυμα Φουλμπράιτ) αναδεικνύει τόσο την πολυπολιτισμική Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα όσο και τη Σμύρνη της καταστροφής.
«Η Σμύρνη ήταν η Νέα Υόρκη της εποχής. Μια πόλη όπου ζούσαν μαζί με ισχυρούς δεσμούς Ελληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι, φτωχοί και πλούσιοι. Μια πόλη που λειτουργούσε σαν μαγνήτης, που έδινε ευκαιρίες να ζήσεις το όνειρό σου», λέει η σκηνοθέτις.
Γι' αυτό και οι επισκέπτες της έκθεσης βλέπουν στους τοίχους του Μουσείου Μπενάκη φωτογραφίες που δείχνουν την προκυμαία της πόλης, τα μαγαζιά, τους χορούς και τα γλέντια, παραστάσεις όπερας και βαρκάδες, ενώ μερικά χιλιόμετρα έξω από την «αλώβητη» πόλη, όπως τη θεωρούσαν οι κάτοικοί της, οι Τσέτες έσφαζαν και λεηλατούσαν, μαζί βεβαίως με εικόνες από τις τραγικές ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1922.
Για να αναδειχθούν όλα αυτά, εκτός από τις επιστημονικές θέσεις που εκφράζουν διακεκριμένοι ερευνητές, όπως ο Τζάιλς Μίλτον, συγγραφέας του βιβλίου «Χαμένος Παράδεισος», ο καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με ειδίκευση στην Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας Θάνος Βερέμης και η εταίρος στο Kings College και με καταγωγή από τη Σμύρνη Βικτωρία Σολομωνίδου, ακούμε τις προσωπικές ιστορίες ανθρώπων όπως εκείνες της τουρκάλας ανθρωπολόγου και ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Σαμπάντσι Λεϊλά Νεϊζί, του γεννημένου στη Σμύρνη Αρμένιου Τζακ Ναλμπαντιάν και της Ελληνίδας Ελένης Μπαστέα.
«Μέσα από την ταινία επιχειρούμε να δούμε τα πράγματα όχι με την παλιά ματιά των σχολικών εγχειριδίων και να δείξουμε ότι δεν ήταν όλα άσπρα και μαύρα. Δίπλα στις τραγικές ιστορίες σφαγής και καταστροφής υπήρχαν ιστορίες μεγάλης φιλίας. Το κύλισμα του χρόνου πιστεύω ότι μας κάνει πιο νηφάλιους και οι νέες γενιές θέλουν πλέον πιο ήρεμα να μάθουν την αλήθεια για το τι συνέβη», επισημαίνει η Μαρία Ηλιού.
Απόδειξη αποτελεί η ιστορία της Ιρέμ Γκουλφέμ, την οποία μετέφερε στην ταινία η ανθρωπολόγος Λεϊλά Νεϊζί. Η Ιρέμ Γκουλφέμ καταγόταν από οικογένεια μεγαλογαιοκτημόνων της Σμύρνης. Οταν ο ελληνικός Στρατός μπήκε στην πόλη το 1919, ο πατέρας της βρισκόταν σε μια λέσχη και η οικογένειά του φοβόταν ότι δεν θα επιστρέψει. Προς έκπληξή τους όμως τον είδαν να φτάνει στο σπίτι σώος, συνοδευόμενος από έλληνες φίλους του, οι οποίοι του είχαν βγάλει το φέσι και το είχαν αντικαταστήσει με καπέλο, ενώ βασικό ρόλο στη διάσωσή του έπαιξε και το ότι μιλούσε ελληνικά.
Για να επιτύχει πιο αντικειμενικό αποτέλεσμα, η Μαρία Ηλιού θέλησε να επιστρατεύσει μαρτυρίες ανθρώπων που δεν ήταν φορτισμένοι συναισθηματικά λόγω καταγωγής. Μία από αυτές ήταν της Μίνι Μιλς, καθηγήτριας στο Αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων της Σμύρνης. Εκανε μάθημα όταν άκουσε φασαρία. Ανοιξε το παράθυρο και είδε Τούρκους στρατιώτες να βρέχουν με βενζίνη κτίρια και να τους βάζουν φωτιά. «Τρομοκρατήθηκα», παραδέχτηκε η καθηγήτρια που έσωσε τις μαθήτριές της και έφθασε στην Ελλάδα.
Ο υπέργηρος σήμερα Αρμένης Τζακ Ναλμπαντιάν κατάφερε να γλιτώσει. Πέρασε με την οικογένεια του στην Τύνιδα και από εκεί βρέθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ. Ηταν παιδί όταν ο τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη. «Ακουσα κραυγές. Και από το ίδιο παράθυρο που χάζευα τον κόσμο να περνάει είδα έναν έφιππο να σκοτώνει μια γυναίκα και σε λίγο έναν άλλο Τούρκο να εξαφανίζει το πτώμα. Είναι μια εικόνα που δεν μπορεί να σβήσει από τη μνήμη μου ύστερα από τόσα χρόνια», λέει στο ντοκιμαντέρ. Ωστόσο καταλήγει ότι «η πολυπολιτισμικότητα είναι ωραία και είναι αυτό που μου έδωσε η Σμύρνη».


















TO 

























































