Του Φώτη Χαραλαμπίδη -Μέσα από αυθεντικές μαρτυρίες, ανέκδοτες φωτογραφίες, χρονογραφήμα-τα, διαφημίσεις, μικρές πικάντικες ειδησούλες, σχόλια,
ανέκδοτα και γελοιογραφίες, ξετυλίγεται, σαν ένα μικρό ντοκιμαντέρ, η λαογραφική ιστορία της Αθήνας, ενός ολόκληρου αιώνα. Ο συγγραφέας του βιβλίου «Η Παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται, 1834-1938», Θωμάς Σιταράς, παρουσιάζει ένα ογκώδες υλικό, με τρόπο γλαφυρό και ευχάριστο, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε κάθε σελίδα.
- Ο Θωμάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα, από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αρτιστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας, Οικονομικά και Δημοσιογραφία, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση με μεταπτυχιακές σπουδές στο Μάρκετινγκ, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε στη Γερμανία, στην εταιρεία ηλεκτρονικών υπολογιστών «Honeywell» και περιστασιακά στον ραδιοφωνικό σταθμό «Voice of America».
Η Αθήνα, στα χρόνια του βασιλιά Όθωνα, έμοιαζε περισσότερο με χωριό, παρά με τη μελλοντική πρωτεύουσα της Ελλάδος. Κατεστραμμένη και με ελλιπές σύστημα αποχέτευσης, μετρούσε ακόμα τις πληγές από τους Τούρκους. Φτώχεια και αγώνας για επιβίωση από τη μία, αστοί και αριστοκράτες που επισκέπτονταν τα καλά οργανωμένα παντοπωλεία για να προμηθευτούν χαβιάρι Κωνσταντινούπολης από την άλλη.
- Η διασκέδαση, όμως, είχε αναδειχθεί σε κοινό παρονομαστή για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Παρά τους δύσκολους οικονομικά καιρούς, δεν μπήκε ποτέ σε δεύτερη μοίρα.
- Για το λαουτζίκο, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο συγγραφέας του βιβλίου Θωμάς Σιταράς, οι ταβέρνες της Πλάκας, του Ψυρή, του Μεταξουργείου, βρίσκονταν στην κορυφή των προτιμήσεων, για το βασικό του ζητούμενο: φαγητό και συντροφικότητα. Θαμώνες των μαγαζιών ήταν αποκλειστικά άντρες, που όμως τα Σαββατοκύριακα συνήθιζαν να πίνουν το κρασί τους, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
- Το θέατρο δεν άργησε να μπει στην καθημερινότητα των κατοίκων της πόλης. Εξαιτίας όμως της αυστηρότητας της Ελληνικής Εκκλησίας και της γενικευμένης άποψης πως οι θεατρίνοι ήταν άνθρωποι ελαφρών ηθών, οι Αθηναίοι αναγκάζονταν να παρακολουθούν παραστάσεις με άνδρες ηθοποιούς, ακόμα και στους γυναικείους ρόλους.
- Την ίδια εποχή, αναπτύχθηκε και το Θέατρο Σκιών, ο λαοφιλής Καραγκιόζης, δρώμενο που χαρακτηρίστηκε το 1852 από τον Τύπο, ως ένα από τα δημοφιλέστερα της εποχής.
Ένας μέσος Αθηναίος, δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, με μισθό 160 δραχμές, ξόδευε 30 από αυτές κάθε μήνα για φαγητό, ποσό που αποδεικνύει την πολύ καλή σχέση που είχαν οι Αθηναίοι με τη διασκέδαση.
Παράλληλα με τα εστιατόρια, ξεφυτρώνουν στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, τα καφέ σαντάν για τους αριστοκράτες, και στην Ιερά Οδό τα καφέ αμάν για την εργατική τάξη. Κέντρα διαφθοράς και ακολασίας για πολλούς, τα καφέ προσέφεραν ένα μείγμα χορού, μουσικής και διακριτικού φλερτ, με τη συνοδεία αγγιγμάτων και –φυσικά– φιλοδωρήματος μεταξύ των θαμώνων και των νεαρών χορευτριών από τη Γαλλία και την Ιταλία.
Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής, είναι και η έλλειψη τρεχούμενου νερού. Μάλιστα, ήταν άγραφος κανόνας οι επισκέπτες σε κάποιο σπίτι, να μην επιτρέπεται να χρησιμοποιούν την τουαλέτα του οικοδεσπότη. Όσο για τις γυναίκες, αν πλένονταν συχνότερα από μία φορά στις δεκαπέντε ημέρες, αυτόματα αποκτούσαν το παρατσούκλι της παστρικιάς...
Μέχρι το 1862, χρονιά που η βασίλισσα Αμαλία κολύμπησε δημόσια, οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν ούτε για αστείο να πλησιάσουν τη θάλασσα, καθώς τα σχόλια που τις ακολουθούσαν δεν ήταν διόλου κολακευτικά. Όταν πια άνοιξε ο δρόμος για τις υπόλοιπες Αθηναίες, το Νέο Φάληρο μετατράπηκε σε σημείο συνάντησης για τους λουόμενους, που ήθελαν να διασκεδάσουν τα Σαββατοκύριακα κοντά στη θάλασσα.
Belle Epoque
Στα χρόνια της Belle Epoque (1880-1910), η διασκέδαση φτάνει στην κορύφωσή της, τα κεντρικά καφενεία του Συντάγματος και της Ομόνοιας αποκτούν φιλολογικό χαρακτήρα και οι εφημερίδες κατακλίζονται από διαφημίσεις που αφορούν στη γαστρονομία, ακόμα μια απόδειξη της άρρηκτης σχέσης των Αθηναίων με το φαγητό.
Σημαντική θέση στην κοινωνική ζωή αυτή την εποχή, έχουν οι δεξιώσεις για τις ονομαστικές εορτές, τις οποίες οι Αθηναίοι φρόντιζαν να πληροφορηθούν νωρίς το πρωί, διαβάζοντας τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων.
- Το να κάνει κάποιος γιορτή στο σπιτικό του στην Belle Epoque, σήμαινε αυτόματα προετοιμασία τουλάχιστον μίας εβδομάδος: βαψιματα, σφουγγαρίσματα, γάνωμα κατσαρόλας, κοσκίνισμα αλευριού, αγορά εκλεκτών γλυκισμάτων από φημισμένα ζαχαροπλαστεία και φυσικά, το ράψιμο φουστανιών.
Το dress code των νεαρών της κοσμικής Αθήνας στις συγκεντρώσεις και τους χορούς, ήταν ιδιαίτερα φαντεζί: φράκο, πουκάμισο, παπιγιόν και λουστρίνια.
Για τις κυρίες της εποχής, πάντως, ήταν απαγορευτικό να δώσουν το «παρών» σε κοσμικές εκδηλώσεις, αν δεν έφταναν σε «αρμόζουσα ηλικία». Και όταν πια έφταναν στην πολυπόθητη ηλικία, έβαζαν στόχο να γίνουν το επίκεντρο της προσοχής στις κοσμικές στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής.
Την ίδια περίοδο, οι γυναίκες αρχίζουν να συχνάζουν όλο και πιο πολύ σε ανδρικά στέκια, με αποτέλεσμα να απελευθερωθούν και ερωτικά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι εφημερίδες της εποχής φιλοξενούσαν τουλάχιστον 15 διαφορετικές διαφημίσεις προφυλακτικών, όπως και καταχωρίσεις αφροδισιο-λόγων γιατρών.
Η νυχτερινή ζωή της Αθήνας υποδέχεται κάθε βράδυ τους γλετζέδες, που σιγά-σιγά βάζουν στη ζωή τους και τον κινηματογράφο. «Δεν υπάρχει πλέον πλατεία, οικόπεδον, ανοικτός χώρος, εις τον οποίον άνθρωποι άφωνοι και σιωπηλοί, βυθισμένοι μέσα εις το σκότος, να μην παρακολουθούν αγωνιωδώς τας εικόνας που εναλλάσσονται γοργά επάνω εις ένα πανί τεντωμένον μεταξύ δύο παλουκιών», σημειώνει η εφημερίδα «Αθήναι», τον Ιούλιο του 1912, για τον μεγάλο κατακτητή της εποχής, τον κινηματογράφο.


















TO 

























































